τιμάεις

τιμάεις
τῑμᾱεις
1 honoured

τοὶ μὲν ὦν Θήβαισι τιμάεντες ἀρχᾶθεν I. 4.7

πατρί τε Κρονίῳ τιμάεντι (τιμ.εαντι Π.: corr. G.-H.) fr. 140a. 64 (38).

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τιμάεις — εσσα, εν, Α (δωρ. τ.) βλ. τιμήεις …   Dictionary of Greek

  • τιμάεις — τῑμάεις , τιμάω honour pres ind act 2nd sg (epic) τῑμά̱εις , τιμήεις honoured masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Crasis — Sound change and alternation Metathesis Quantitative metathesis …   Wikipedia

  • συναίρεση — η / συναίρεσις, έσεως, ΝΜΑ [συναιρώ] γραμμ. η συγχώνευση, μέσα σε μία λέξη, δύο φωνηέντων ή φωνήεντος και διφθόγγου σε μακρό φωνήεν ή δίφθογγο, π.χ. αγαπάω: αγαπώ, γέα: γῆ, τιμάεις: τιμᾷς νεοελλ. χημ. προοδευτική αποβολή τού υγρού μέσου διασποράς …   Dictionary of Greek

  • τιμήεις — και δωρ. τ. τιμάεις, εσσα, εν, και συνηρ. τ. αρσ. τιμῆς ή τιμῇς και τ. θηλ. σε επιγρ. τιμάFεσσα Α 1. (για θεούς και ανθρώπους) αυτός που είναι ή γίνεται αντικείμενο σεβασμού και τιμών, ο σεβαστός 2. (για πράγμ.) πολύτιμος, ακριβός («καὶ χρυσὸν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”